ευθετίζω

(ΑΜ εὐθετίζω) [εύθετος]
τακτοποιώ, διευθετώ (α. «τῷ δ' αὖτ' ὀστέα λευκὰ βοὸς δολίῃ ἐπὶ τέχνῃ εὐθετίσας κατέθηκε», Ησίοδ.
β. «πόδας εὐθετίζειν εἰς Εὐαγγελίου ὁδὸν μεθοδεύων», Ευστ.)
νεοελλ.
(για τα ιστία) στρέφω προς την κατεύθυνση τού ανέμου
μσν.
1. ετοιμάζομαι, παρασκευάζομαι για κάτι («εὐθετίζεται πρὸς πόλεμον»)
2. λέγω την αλήθεια
αρχ.
παθ. εὐθετίζομαι
χρησιμοποιούμαι όπως πρέπει («ἵνα εὐθετισθῇ καὶ ἀποκατασταθῇ εἰς τὸ ἀρχαῑον σχῆμα», Γαλ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐθετίζω — set in order pres subj act 1st sg εὐθετίζω set in order pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐθετίζῃ — εὐθετίζω set in order pres subj mp 2nd sg εὐθετίζω set in order pres ind mp 2nd sg εὐθετίζω set in order pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐθετίσω — εὐθετίζω set in order aor subj act 1st sg εὐθετίζω set in order fut ind act 1st sg εὐθετίζω set in order aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐθετιζόμενον — εὐθετίζω set in order pres part mp masc acc sg εὐθετίζω set in order pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐθετιζόντων — εὐθετίζω set in order pres part act masc/neut gen pl εὐθετίζω set in order pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐθετισάμενον — εὐθετίζω set in order aor part mid masc acc sg εὐθετίζω set in order aor part mid neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐθετίζει — εὐθετίζω set in order pres ind mp 2nd sg εὐθετίζω set in order pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐθετίζον — εὐθετίζω set in order pres part act masc voc sg εὐθετίζω set in order pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐθετίζοντα — εὐθετίζω set in order pres part act neut nom/voc/acc pl εὐθετίζω set in order pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐθετίζοντι — εὐθετίζω set in order pres part act masc/neut dat sg εὐθετίζω set in order pres ind act 3rd pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.